εκπαίδευση

Η ανάπτυξη των σωματικών, διανοητικών και ηθικών δυνάμεων του παιδιού· η ανατροφή· η μόρφωση που αποκτάται με τη διδασκαλία, η παιδεία· καθένα από τα στάδια της μόρφωσης που παρέχεται στο σχολείο· η εκγύμναση στα όπλα. Οι πρώτοι που συνειδητοποίησαν την αναγκαιότητα της ε. ήταν οι αρχαίοι Έλληνες, οι οποίοι ίδρυσαν σχολεία. Τα σχολεία εκείνα διέφεραν ριζικά από τα σημερινά και ανταποκρίνονταν στο πολιτικό κλίμα των ελληνικών πόλεων. Στη Σπάρτη και στην Κρήτη απέδιδαν μεγάλη σημασία στη στρατιωτική ε., ενώ στην Αθήνα προτιμούσαν τα θεωρητικά μαθήματα. Την ανώτερη ε. εισηγήθηκε ο Πλάτωνας με την ίδρυση της Ακαδημίας (385) και ο Αριστοτέλης με το Λύκειό του (335). Ο Δημήτριος Φαληρέας εξάλλου εισηγήθηκε στον Πτολεμαίο Α’ την ίδρυση του Μουσείου στην Αλεξάνδρεια. Το 180 μ.Χ. ιδρύθηκε η Σχολή Αλεξανδρείας, στην οποία δίδαξαν ο Πάνταινος, ο Κλήμης και ο Ωριγένης. Το 425 μ.Χ. ιδρύθηκε το Πανδικαστήριο από τον Θεοδόσιο Β’, αλλά η ε. πέρασε δύσκολες στιγμές, όταν ο Ιουστινιανός έκλεισε τις φιλολογικές σχολές. Τις σχολές αυτές άνοιξε και πάλι ο Θεόφιλος (829-842). Το 1050 ιδρύθηκε από τον Κωνσταντίνο τον Μονομάχο το Διδασκαλείον των Νόμων (νομική σχολή) και την ίδια εποχή ο Μιχαήλ Ψελλός ίδρυσε φιλοσοφική σχολή στην οποία δίδαξε ο ίδιος. Από τότε έως την Άλωση λειτούργησε στην Κωνσταντινούπολη πανεπιστήμιο. Για περισσότερες πληροφορίες και ιστορικά στοιχεία, βλ. λ. παιδεία.
* * *
η
1. η συστηματική παροχή γνώσεων, η ανάπτυξη δεξιοτήτων και η διάπλαση τού χαρακτήρα τών παιδιών, τών νέων, τών μαθητευομένων
2. το αποτέλεσμα τής εκπαίδευσης, η απόκτηση γνώσεων, η ανάπτυξη δεξιοτήτων, η διάπλαση τού χαρακτήρα
3. το στάδιο, η βαθμίδα εκπαίδευσης («πρωτοβάθμια εκπαίδευση, δευτεροβάθμια μέση, ανώτερη, ανώτατη»)
4. το είδος τής εκπαίδευσης («επαγγελματική εκπαίδευση, στρατιωτική, εκκλησιαστική, ιατρική κ.λπ.»).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εκπαίδευση — η 1. η προσπάθεια της ενήλικης γενιάς να επιδράσει στην ανήλικη με την πνευματική, ηθική και σωματική αγωγή σύμφωνα με ορισμένο σχέδιο και για ορισμένο σκοπό, διαπαιδαγώγηση. 2. η ανάπτυξη των πνευματικών, ηθικών και σωματικών δυνάμεων, που… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἐκπαιδεύσῃ — ἐκπαιδεύω bring up from childhood aor subj mid 2nd sg ἐκπαιδεύω bring up from childhood aor subj act 3rd sg ἐκπαιδεύω bring up from childhood fut ind mid 2nd sg ἐκπαιδεύω bring up from childhood aor subj mid 2nd sg ἐκπαιδεύω bring up from… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ελλάδα - Εκπαίδευση — Η ΠΡΟΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΟΙ ΜΕΓΑΛΟΙ ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ Είναι οι λόγιοι της προεπαναστατικής περιόδου (β΄ μισό 18ου αιώνα μέχρι την κήρυξη της επανάστασης) οι οποίοι, προσβλέποντας στην πνευματική αναγέννηση του Γένους, που θα έφερνε και την… …   Dictionary of Greek

  • οπτικοακουστική εκπαίδευση — Συνοπτικός όρος που χαρακτηρίζει σύγχρονες μεθόδους διδασκαλίας, που οι αρχές τους βρίσκουν εφαρμογή στην βιομηχανία, στην οργάνωση των επιχειρήσεων, στις στρατιωτικές υπηρεσίες και στον τομέα των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Υλικά που θεωρούνται… …   Dictionary of Greek

  • παιδεία — Δραστηριότητα η οποία αποσκοπεί στο να μεταδώσει, με τη διδασκαλία, κατά τρόπο οργανικό κατά κανόνα, σειρά θεωρητικών ή πρακτικών γνώσεων. (Γενικότερα ο όρος παιδεία σημαίνει επίσης τη μόρφωση και κάποτε και την καλλιέργεια). Ανάλογα με εκείνον… …   Dictionary of Greek

  • σχολείο — Δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση των νέων. Η ανάγκη να μεταδοθούν στις νέες γενιές οι γνώσεις και οι τεχνικές μέθοδοι που έχουν αποχτηθεί παρουσιάζεται και στους παλιότερους πολιτισμούς και σε όλους τους πρωτόγονους… …   Dictionary of Greek

  • σχολειό — Δημόσιο ή ιδιωτικό ίδρυμα για τη μόρφωση και την εκπαίδευση των νέων. Η ανάγκη να μεταδοθούν στις νέες γενιές οι γνώσεις και οι τεχνικές μέθοδοι που έχουν αποχτηθεί παρουσιάζεται και στους παλιότερους πολιτισμούς και σε όλους τους πρωτόγονους… …   Dictionary of Greek

  • κίνα — Επίσημη ονομασία: Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας Έκταση: 9.596.960 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.284.303.705 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Πεκίνο ή Μπεϊτζίνγκ (6.619.000 κάτ. το 2003)Κράτος της ανατολικής Ασίας. Συνορεύει στα Β με τη Μογγολία και τη Ρωσία, στα ΒΑ… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Οικονομία (Νεότεροι χρόνοι) — Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ Η περίοδος 1830 1992 Η Επανάσταση του 1821 οδήγησε στην επίσημη ίδρυση του νεοελληνικού κράτους, το 1830, κατόπιν της επέμβασης των Προστάτιδων Δυνάμεων (Αγγλίας, Γαλλίας, Ρωσίας). Η χώρα τότε περιελάμβανε την… …   Dictionary of Greek

  • Ινδία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Ινδίας Έκταση: 3.287.590 τ. χλμ. Πληθυσμός: 1.029.991.145 (2001) Πρωτεύουσα: Νέο Δελχί (12.791.458 κάτ. το 2001)Κράτος της νότιας Ασίας. Συνορεύει Α με το Μπαγκλαντές και τη Μυανμάρ (Βιρμανία), Β με την Κίνα και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.